Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Θάλασσα

Βιογραφικό Σημείωμα

Ο Γιώργος Ν. Μανέτας, είναι ναυτικός. Γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1961 στην Αθήνα, από Κερκυραίους γονείς. Από το 1977 ταξιδεύει στο κατάστρωμα με φορτηγά
και γκαζάδικα ποντοπόρα πλοία. Με τη σύζυγό του Lizete, έζησε για λίγο καιρό στο Rio de Janeiro της Βραζιλίας και κατόπιν επαναπατρίστηκε. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί και ανθολογηθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχουν παρουσιάσει έργα του φορείς δήμων και κοινοτήτων.
Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Εταιρίας Λόγου και Τέχνης, της Επιτροπής Κρίσης Νέων Μελών της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Επιτροπής για την Ανθρωπιστική Βοήθεια του Δήμου Γαλατσίου, και Ιδρυτικό Μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου
των Επτανησίων του ίδιου Δήμου.

Έχει εκδώσει τα βιβλία:
ΘΑΛΑΣΣΑ, ποιήματα (1997)
ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ, ποιήματα (1998)
ΟΞΥΤΕΡΑ ΕΓΓΥΤΑΤΗ, ποιήματα (1999) –
Βραβείο ‘Μάρκου Αυγέρη’ της Ετ. Ελλ. Λογοτεχνών.
ΝΑΥΣΙΝ ΑΡΙΣΤΟΙ, ποιήματα (2001)
CD Ανθολογία Ποιημάτων (2004)



Νηνεμία

Στον Μιχάλη Κατσαρό

Τη θάλασσα διψώ, την θεογόνα,
του στολιστή το χέρι στα βαθιά.
Ας είχα του πελάγου μια σταγόνα,
σπουδή να τήνε κάνω στ’ ανοιχτά.

Το βάπτισμα να πάρω του ανέμου,
την δύναμη της βρόχινης ροπής,
η ομίχλη να στραγγίζει απάνωθέ μου,
του ορίζοντα να μένω εραστής.

Στις γέφυρες να βρίσκομαι τα βράδια,
τ’ αστέρια ν’ αναλάμπουν στις σκιές,
και μέσα στο λυκόφως, τα σκοτάδια
να παίρνουνε παράξενες μορφές.

Ιέρεια, του μύθου κολυμβήθρα,
το κάλεσμα προσμένω στην ακτή.
Με τρίχινο βαφτήρι εδώ που ήρθα,
σταρώνω με τ’ αλάτι το κορμί.


Θυμάμαι

Στον Μιχάλη Σταφυλά

Όπου κι αν βρίσκομαι, όπου και να ’μαι,
θέλω ταξίδια και καράβια, να θυμάμαι.
Θέλω του φάρου, τ ’ άγιο φως που περιστρέφει,
να μου φωτίζει κάθε σκέψη, που επιστρέφει.

Οσμίζομαι τη θάλασσα, όπως ήταν πρώτα,
και πάλι, σκέφτομαι, του καραβιού τη ρότα.
Καθώς, στη σκέψη βρίσκομαι κοντά του,
νιώθω πρωτόπειρο πουλί, στο πέταγμά του.

Βλέπω, στο σχήμα των συννέφων, κάστρα!
Με φως κατάλαμπρο, τη σελήνη και τ’ άστρα.
Καθώς, πολλές οι στιγμές πανωθέ μου,
τα ξέφρενα λόγια θυμάμαι, τ’ ανέμου.

Εικόνες άπειρες, που μου θυμίζουν
παλιές φωτογραφίες μου, που κιτρινίζουν.
Που χρόνια τώρα, κρέμονται στον τοίχο,
και φέρουν στοχασμό, σ’ ενθύμιο στίχο.


Πορεύομαι,

γλάρους ακίνητους, καθώς
τη σύναξη θωρούν, της αθερίνης.
Την Αίθρα ή την Γαλάτεια
σε πύρινες ανάμεσα ηλιαχτίδες.

Την ακύμαντη εμπρός μου Γαλάζια,
την έμβρυα βαθυκύανη άρμη.
Ξυλάρμενα και χάλκινα στον όγκο των αφρών
που σέρνουνε πεισματικοί βοριάδες λαμνοκόποι.

Της βροχής την αντίλαλη πτώση,
τους δαίμονες αφρούς δίχως απόχρωση.
Όσες αγάπησα στο θάμπος του πυρός
μάγισσες κοσμομάντισσες σε ράχες πολυκύμαντες.

Την ξέθωρη γραμμή του ορίζοντα,
τους θύσανους διάφεγγους Διόσκουρους.
Σκιές στο διάμηκες, στο κιάλι της μπαλέστρας.


Εσπεράνσα

Στη Θεανώ

Τη γνώρισα μια Κυριακή μες στη βροχή
κι ήθελα τόσο να της πω μια καλησπέρα,
όταν οι στάλες πέφτανε με τον αέρα
και υγραίναν του προσώπου της κάθε πτυχή.

Είχε μι’ αρχέγονη ομορφιά το σώμα της,
κισσός πλεγμένος πέφταν τα μαλλιά της,
το κόκκινο στα χείλη είχε το στόμα της
και κάτι από τα σύννεφα η ματιά της.

Πάνω της, κίτρινο φορούσε το φεγγάρι
και σκουλαρίκι έναν αστέρα λαμπερό.
Έμοιαζε κύμα ζωγραφιάς, ανέμου χάρη!
Είχε τον ήλιο περασμένο στο λαιμό.

Είχε πια φύγει όταν με πήρε το σκοτάδι,
με τη βροχή, προς ένα γκρίζο ουρανό.
Μες στα ταξίδια, είναι ο πόνος και το χάδι,
που ακολουθούν σε κάθε τόπο μακρινό…



Προσήνεμος


- Για σένα, ξάγναντα μια θάλασσα θωρώ
κι ό,τι ωφελεί τη μνήμη μου, σου γράφω.
Το κάθε σύθαμπο χαρώ
και σε καμβά το ράφω.

- Θυμούμαι, τότε που έφευγες ταξίδι σοροκάδα
κι ήρθα μικρό και κάθισα, στην πρύμνη χελιδόνι.
Λεπτουργικά, μαστόρευες μιαν άγνωστη Κυκλάδα,
στου ξύλου το τιμόνι.

- Θυμούμαι, απ’ όταν έφυγα με τη βοή του ανέμου,
τις βορινές τις θάλασσες τα πλάσματα σκοτάδια.
Τον αφρισμένο σάλαγο που σπούσε απάνωθέ μου,
θυμούμαι όλα τα βράδια.

Κάθε γραμμή του ορίζοντα τα δίπλατα λιμάνια,
της Κύπρου τα λιθόστρωτα την Δαμασκό στο βάθος.
Την Εσπεράνσα, που έφερνε στο Μπέλεμ τα βοτάνια,
και παρασέρνω λάθος.

Τον μελωδό, που κούρσεψε στο Βίδο απ’ τη Σπιανάδα,
έναν μικρόν ανάγλυφο σε στύλο Ποσειδώνα.
Και κάποια νύχτα, σε όνειρο, πως ήρθα στην Ελλάδα
για σε, ξωθιά γοργόνα.



Ομίχλη


Εδώ, για γούστο προσκυνούν πίστης βαθύ γαλάζιο
και προσδοκούν μιας άγνωστης παντιέρας χρώμα!
Εδώ, μεσίστια κρέμομαι κι αλλάζω
στάση το σώμα.

Σινιάλο στείλε μου βροχή, δώσ’ μου μήνα το Μάρτη
και φέρε μου μια θάλασσα κι ανάμεσα στα φύκια
βυθό, χιαστή και κρύβεσαι δεμένη στο κατάρτι,
αλήθεια:

πώς αναδύεσαι άλαλη ζωσμένη την ομίχλη;
- Σκιά στο σύννεφο η νυχτιά νύφη στα βράχια η χάση!
- Όπου φεγγάρι αγάπησες απάστραψε η σελήνη
με βιάση!

- Πού ταξιδεύεις θάνατο σωρό πάνω στο κύμα;
- Γονυπετής σε δούλο μου κι οι μάγισσες γοργόνες
θρέφουν φτερά στης πλάτης μου το σχήμα,
για αιώνες.

- Πρόβαλε σήμαντρο ρυθμό στερνά με τη σφυρίχτρα
κι ό,τι διασχίσει ανάμεσα των λιμανιών, δεμένα
μπρος να τα γείρει, αφύλαχτα, τη νύχτα
μιας άγκυρας καδένα!


Γραίγος

Στη Νένα

- Έλα στην πλώρη να με βρεις
με το φανάρι της θυέλλης.
Από το γκρίζο της νεφέλης
μοιάζεις το φως της λυκαυγής.

Ανέβα πάνω στην ανέμη! - Δες, γυρίζει;
Βίρα την άγκυρα στη μπόμπα τη λειψή.
Αν με το σκόρτσα η ματισιά δεν τη στηρίζει,
βάλε το χέρι στην ανάγκη, το δεξί.

Παίξε σινιάλο με τα φώτα της θυέλλης
και προφυλάξου, απ’ τον καιρό που σε χτυπά.
Άμα σε χάσω από το θάμπος της νεφέλης
σε ξαναβρίσκω, στις ακτές του Μακαπά.

Σιέστα σε ρέπι, με μαυλίστρα της Μακούμπα,
ψυχρή, σαν πράσινη γουστέρα του Νεπάλ.
Στο Πόρτο Βέλιο ταξιδεύεις, στη Καρούμπα,
στο Μάτο Γκρόσο, στη Μπραζίλια, στο Νατάλ.

- Μα τι λογιάζεις μες στο βράδυ;
Στέκω της γέφυρας σκοπός!
- Σε βγάζω μέσ’ απ’ το σκοτάδι,
στο νοερό διάχυτο φως!


Άλμπα


- Δροσοσταλάζει ο άνεμος, και στης αυγής τ’ αγιάζι
θάλλουν της θάλασσας μικρά, παράξενα λουλούδια…
- Άκου τον γλάρο, ποιητή, και πες μου, γιατί κράζει
με τούτα τ’ ακατάληπτα του μισεμού τραγούδια;

- Πούθε ανεμίζει ο γλάρος σου, με γελαστή την όψη
και σκώπτης μοιάζει, καθώς λες, τραγούδια που πειράζουν;
- Στο ανάγερμα, κάθε φορά στου μαχαιριού την κόψη
μοιάζουν οι τύψεις, θα ’λεγα, σαν γλάροι που μου κράζουν.

- Θες να του ρίξω να πληγεί, να πέσει να χτυπήσει,
ν’ αφροκοπά στα κύματα μήπως σ’ αναγαλλιάσει;
- Πλερέζα στ’ άρμπουρο φορώ κι έχω καιρό κινήσει
μια βυθοκόρο, ψάχνοντας βυθό, να μ’ αγκαλιάσει!

- Τον πορτολάνο κράτησε γερά, στα δυο σου χέρια
και δώσε του μια μολυβιά, μετά, κι όπου σ’ αρέσει…
- Στον αστρολάβο ρύθμισα του ορίζοντα τ’ αστέρια
κι αυτά που ’δαν τα μάτια μου… Θεός να συγχωρέσει…



Θάλασσα


Δεν ξέρω, πού είσαι θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
- να ξεπηδήσω απ’ τα νωθρά νερά του ποταμού,
να φύγω, από το μόλο αυτό, που με κρατούν οι κάβοι,
και να βρεθώ σε χάλασμα θαλασσινού καιρού.

- Με το καράβι, εξώθησε και φτάσε απ’ τη μεριά μου
και στα δαρμένα κύματα, θε να σ’ αναζητώ!
Κι όταν σε ντύσω θάλασσα μετά, με τα σκουτιά μου,
ως θα’σαι κι αξελόγιαστος, θα σ’ αρραβωνιστώ.

- Αν είναι αλήθεια, θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
φτερά να βάλω πάνω του, κοντά σου να βρεθώ!
Μα ξέρεις… κάπου, κάποτε, στου ποταμού τη χάρη,
κάποια καλόμορφη γοργό μ’ έσυρε στο βυθό.

- Θα νοσταλγώ στα κύματα, εγώ, το ακροθαλάσσι,
κι όταν θα ’ρθείς την άμπωτη, κρώξε φωνή του γλάρου.
- Στις Ατλαντίδες μήνυσα, έχει ο καιρός χαλάσει,
και με γραφίδα σου ιστορώ: Είναι θαμπό του φάρου.

- Στέκουν δυο κόσμοι ανάμεσα, κοχύλια και κοράλλια.
Θα περιμένω πάντοτε, παιδί, του ποταμού.
- Καταμεσής σου, θάλασσα, κοιτώντας με τα κιάλια,
θα λογαριάζω εσένανε στ’ αστέρια τ’ ουρανού.

- Το γλυκερό μου, πάνωθε στα χείλη σου και πάλι!
Αρχέγονη γεύση γλυκιά, κι αν θέλεις τη παντρεύω.
- Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού μοιάζεις θάλασσα, ζάλη,
άγνωρος τόπος μακρινός που μέσα ταξιδεύω.



Αστρολάβος

Στον Νίκο Καββαδία

- Το ιστορικό σου, το ’γραψες με το φελί του βράχου
και χάραξες με μι’ άγκυρα, βυθούς του ωκεανού.
Είχαν πληγές τα μέλη σου, πληγές λοξές του αμάχου,
που ’χει γνωρίσει θάλασσες κάτωθε τ’ ουρανού.

- Το σκουλαρίκι χρύσωσα, μέλημα της θαφής μου.
Της εκκλησιάς τα σύμβολα κρέμασα στο λαιμό.
Στο ξέθωρο, κάπως λευκό της ναυτικής στολής μου,
φέρω ναυάγια, κι εύχροο πανσπερμικό βυθό.

- Είσαι το σφύριγμα χορδής, στον μυθικό αέρα!
Ο γητευτής της θάλασσας βαθιά στις αποικίες.
Είσαι μια γέννηση διαρκής, στον ύφαλο και πέρα
ένας βυθός αντίθετος στις τυμπανοκρουσίες.

-Στοίχειωσα κάτου απ’ τ’ αστρικά, στο φως του σημαντήρα,
κι ως στιχουργός της θάλασσας αχός, μνήμες θα ραίνω.
Μακρόσυρτα λυπητερός ζυγώνω απ’ την πορφύρα
και γλάρος μεσ’ ακούγομαι, στα βάθη της να κρένω!…

- Στη γλωσσική σου έκφραση, μεθώ πολλά, και λάβω
το πρώτο της εικόνας σου, της ναυτικής σου γνώσης!
Έχω καιρό στα χέρια μου έναν μικρό αστρολάβο
και ψάχνω τον αστέρα σου, με φόβο, πριν της πτώσης…



Εξάντας


Κακότροπος, έχω καιρό σε απάνεμο ποδίσει
και τη παντιέρα σήκωσα, μεσίστια στο κατάρτι.
Μ’ έχουν ξεχάσει ολότελα, και ποιος να με ζητήσει
όταν, κι αυτοί που γνώριζα, με σβήσανε απ’ το χάρτη;

- Τι προδικάζεις; Στρέψετα πυξάρι τα κουπιά σου
και βέργισε τη θάλασσα, διαπόρι ν’ ανταμώσεις!
Κι αν οι καιροί, τα πάλλευκα γυμνώσουνε πανιά σου,
από το κάσαρο, ίσαμε την πλώρη, να τ’ απλώσεις!

- Θέλω πιαστώ απ’ τα χάλκινα, του τρίποδου πισσέψη,
να βαφτιστώ και μέσα του, σκουριά να γίνω, θέλω!
- Το ανεμολόγι αγάπησες, και ποιος να σε πιστέψει
όταν τα γράμματα, καιρό, μου φτάνουν σε μπορντέλο;

- Το σκέφτομαι, μήνες πολλούς, προσάρτηση να γίνω
και δίπλα σας θε να βρεθώ με μια περπατησιά μου!
Μ’ ανάθεμα τη θάλασσα, κι αν το νερό της πίνω,
αίμα θα γίνει θάλασσα, να σπάσει την καρδιά μου.

- Αγάπα θάλασσες λοιπόν, παντρέψου τη Στριδώνα,
πιάσε βυθούς και, πρώτιστα, δούλεψε με τη στύση…
Διώξε λεχώνα την ξανθιά τη φίλη σου γοργόνα
και στείλε την στη μάνα σου, να την παρηγορήσει.

- Το καλντερίμι διάβαινα, το πέτρινο δρομάκι,
κι ανασκιρτούσα μέσα μου καθώς για να σε δω!…
( Ανασκευάζω σήμερα σα να ’μουνα παιδάκι,
όμως, ήμουν ανέργαστος, μικρός να συντηρώ! )

- Μόλησα την καλούμα σου, εδώ, απ’ τ’ ανηφόρι
και να σ’ αδράξω θέλησα, παιδί που λαχταρώ.
Τη ρεντιγκότα φόρεσε, τ’ όμορφο πανωφόρι,
κι αν σε κρατούν τα κύματα, κάτσε, όσο καιρό…



Ναύδετο


- Καθώς θα λύνω, κάθε κόμπο του σταυρού,
σ’ ένα ποδόστημα θα γράψω σερενάδα
να σ’ τη σκορπίσω στον αγέρα, με λιακάδα…
- Ψέματα λες, στην άκρη του γιαλού

μαΐστρος φύσηξε, και σ’ άκουσα να λες:
« Ένα κοχύλι θα κρεμάσω στο λαιμό σου…»
Όμως, το ξέρω, είναι η θάλασσα καημός σου
κι εσύ βιγλάτορας στα τείχη του βυθού

ήχο λεπτό, σου μινυρίζει ένα τραγούδι
ο παντοδότης Ποσειδώνας φύλακάς σου.
Βρήκε λιμάνι επά στο μέρος της καρδιάς σου…
- Έλα, της θάλασσας ανέγγιχτο λουλούδι,

πάνω στο κύμα, μ’ ένα σέπαλο ας με φτάσεις
μεθυστικό, να με δροσίσει τ’ άρωμά σου!
Νύχτα, στο γραίγο έχω βαφτίσει τ’ όνομά σου
« Όρκη… Σε ναύδετο προσμένω να περάσεις…


Γιώργος Ν. Μανέτας